Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

ΤΟ ΔΙΑΜΑΝΤΕΝΙΟ ΣΥΚΟ-Παραμύθι.

Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια θεόρατη αιωνόβια Συκιά σε ένα μεγάλο καταπράσινο κάμπο.Δεν υπήρχε άλλο δέντρο πουθενά,μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι και ακόμη παραπέρα...Από πάνω ένας καταφώτεινος ουρανός αναρίθμητων χρωμάτων έσμιγε με το πράσινο του κάμπου εκεί που τέλειωνε το μάτι στον ορίζοντα και ένα ήλιος μεγάλος με τόσο ήπιο φως που ταίριαζε αρμονικά στο καταφώτεινο του πολύχρωμου ουρανού,λες και δεν ήξερες αν ο Ήλιος ήταν ο Ουρανός και ο Ουρανός ο Ήλιος.Στον Ουρανό πετούσαν πουλιά άσπρα,γκρίζα και μαύρα και υπήρχαν σύννεφα που κάθε τόσο,ρυθμικά σκέπαζαν τον Ήλιο και τον Ουρανό και ένα ήπιο γκρίζο-λευκό χρώμα απλωνόταν παντού που σε λίγο άλλαζε σε σκοτεινό και το τοπίο γινόταν μελαγχολικό και αέρας ξεκίναγε να φυσά και καταιγίδα δυνατή έσπαγε τη θεϊκή σιωπή του τοπίου.Η συκιά στεκόταν ακλόνητη,γιατί είχε γερές ρίζες και κορμό δυνατό.Λίγο μόνο έπαιζαν αρμονικά τα κλαδιά της,όμως τα φύλα της πέφταν κάτω στη Γη και όσα σύκα είχαν ωριμάσει και δύσκολα κρατιόταν στα μάτια της συκιάς,έπεφταν και αυτά με δύναμη στο βρεγμένο χώμα.Τροφή γινόταν για τα σκουλήκια της γης,και ότι έμενε έλιωνε από τον καιρό και τη ζέστη και την υγρασία.

Η Συκιά έριχνε τα φύλλα κάθε φθινόπωρο και έμεναν τα κλαδιά γυμνά με τα μάτια γεμάτα ζωντάνια έτοιμα κάθε άνοιξη να πετάξουν τα μικρά σύκα που θα ωρίμαζαν σε γλυκά άνθη,γιατί η συκιά καρπό δεν κάνει.
Είχε μια μαγική ικανότητα ετούτη η αιωνόβια ψηλή συκιά,που την όφειλε στην Ουσία που της έστελνε η Γη από κάτω,μέσα από τις ρίζες της.
Δε γινόταν όλα τα μικρά σύκα ώριμα σύκα.
Κάποια γινόταν μικρά πουλάκια και πέταγαν στον ουρανό και άλλα μυρμήγκια και περπάταγαν πάνω στο δέντρο και άλλα όταν ωρίμαζαν πολύ και έπεφταν στο χώμα μεταμορφώνονταν σε ζώα,όπως λύκοι,αρκούδες και πρόβατα,ενώ πολλά απ΄'αυτά που έμεναν για καιρό στο έδαφος γινόταν σκουλήκια και φίδια!

Ένα μικρό σύκο από τα πολλά μεγάλωνε όπως τα άλλα ,όμως ξεχώριζε από τα άλλα γιατί ήταν ομορφότερο και έλαμπε υπερβολικά.Σιγά-σιγά άρχιζε να γίνεται το χρώμα του λευκό σαν το γάλα και μετά να γίνεται σαν θολό γυαλί που έλαμπε από μέσα και όταν ωρίμασε αρκετά ήταν διάφανο και λαμπερό σαν κρύσταλλο.
Φαινόταν μέσα τους οι αργυρόλευκοι στήμονες και η ρουμπινένια γλυκιά σάρκα του σαν φως.Ήταν σαν τον Ήλιο,σχεδόν που έλαμπε στον Ουρανό.Και όταν πέρασε το καλοκαίρι άλλα σύκα φαγώθηκαν από τα πουλιά του ουρανού και άλλα έπεσαν μαζί με τα φύλλα όταν ήρθε η πρώτη φθινοπωρινή καταιγίδα.Αλλά το φωτεινό σύκο που έμοιαζε με διαμάντι έμενε εκεί αγέρωχο στο κλαδί της συκιάς.Και κανένα έντομο ή πουλί δεν το πλησίαζε να το φάει,γιατί το πέρναγε ή για ήλιο ή για διαμάντι και τίποτε δεν το έριχνε στη Γη.Ούτε αέρας,ούτε βροχή,ούτε κεραυνός το πείραζε.
 Καί έμεινε εκεί,όλο τον χειμώνα και την άνοιξη με τα νέα σύκα και το καλοκαίρι και ξανά το χειμώνα,για κάμποσα χρόνια μέχρι που εμφανίστηκαν και άλλα σύκα όμοια με αυτό.Φωτεινά και κρυστάλλινα σαν διαμάντι και ήλιος μαζί.Και όταν πέρασαν πολλά χρόνια,θαρρείς πως μεγάλωνε σιγά-σιγά το φως του πρώτου διαμαντένιου σύκου και έγινε σαν του ήλιου και του Ουρανού με πολλά χρώματα και σε λίγο καιρό δεν ξεχώριζε από τον καταφώτεινο Ουρανό.
Ώσπου ένα φθινόπωρο που σκοτείνιασε ξανά από τα πρώτα σύννεφα της καταιγίδας το διαμαντένιο σύκο δεν υπήρχε στη θέση του.Δεν είχε πέσει στη Γη,αλλά είχε γίνει ένα με τον Ουρανό.Στη θέση του έμεινε μόνο το μάτι που έστεκε εκεί χιλιάδες χρόνια χωρίς να αλλάζει .Και έδινε κάθε χρόνο νέο σύκο.
Έτσι και τούτη την άνοιξη που ήλθε, νέο σύκο βγήκε στη θέση του παλιού του διαμαντένιου που χάθηκε στον Ουρανό.Ήταν ένα σύκο ,συνηθισμένο όπως,τα άλλα σύκα που θα ωρίμαζε το καλοκαίρι και θα έπεφτε το φθινόπωρο.Και τα άλλα τα διαμαντένια σύκα κάποια φωτεινή ζεστή μέρα του καλοκαιριού,έγιναν καταφώτεινα και χάθηκαν στο φως του καλοκαιρινού ήλιου.Και η αιωνόβια συκιά,συνέχισε να στέκεται ακλόνητη ,πανύψηλη και να ενώνει ,το καταπράσινο έδαφος με τον λαμπερό Ήλιο και Ουρανό. Και η Ουσία εκείνη που είχε μέσα της η Γη,γινόταν νερό και τροφή και έτρεφε τη συκιά και το φως του ήλιου ήταν η ίδια Ουσία που ζέστενε και έτρεφε και αυτή τη Συκιά και όταν έσμιγε με την Ουσία της Γης γεννούσε τα σύννεφα που και αυτά ήταν η ίδια η Ουσία και όλα ήταν γεννήματα τούτης της Ουσίας που άλλοτε ήτανε χώμα και ξύλο και πέτρα και άνθος και καρπός και άλλοτε φως και νερό και αέρας και πουλί του Ουρανού και το σκουλήκι που τρυπώνει στη Γη.
Και ήταν αγέννητη και αιώνια η Ουσία τούτη όπως  και η Συκιά και ο Ήλιος και η Γη.
Και όλο τούτο το σενάριο του παραμυθιού είχε γίνει από κάτι επίσης αγέννητο και αιώνιο που το λέγαν Ζωή.

Υ.Γ.Για αυτούς που είναι νέοι και όσους αισθάνονται παιδιά,θα τους συστήσω να κάτσουν το βράδυ του Αγιασμού που ξημερώνουν τα Φώτα (5 προς 6 Γενάρη τις 12 το βράδυ) άγρυπνοι.
Τα μεσάνυχτα ανοίγουν ,αληθινά,οι ουρανοί και εμφανίζονται αγγέλοι. Άν κάνεις μιά (μία,όχι άλλη) ευχή στον Ουρανό,τότε θα γίνει αργά ή γρήγορα πραγματικότητα.


Καλή Χρονιά..Καλά σας Θεοφάνεια.

κωπηλάτης.